[Word of the Day], Ἑλληνική πατήρ – Ἑλληνική Word of the Day – 2014-11-06 2014-11-06 panglossa Leave a comment πατήρ, πατέρος (m.): father; ancestor. Case / # Singular Dual Plural Nominative πατήρ πατέρε πατέρες Genitive πατέρος πατέροιν πατέρων Dative πατέρῐ πατέροιν πατράσῐ(ν) Accusative πατέρᾰ πατέρε πατέρᾰς Vocative πάτερ πατέρε πατέρες