Αρχαία Ελληνική Γλώσσα

2018-05-02 – Ἑλληνική

From an old, unidentified Greek textbook.

Ex. 5 (part 1)

  1. Οἱ γῦπες διώκουσι τὰς τελείας.
  2. Τὰς αἶγας καὶ τοὺς τράγους οὐ θύουσιν Αἰγύπτιοι.
  3. Οἱ Ἄραβες καλοὺς ἵππους τρέφουσιν.
  4. Οἱ νεκροί εἰσι λεία τῶν μυρμήκων καὶ τῶν κοράκων.
  5. Μυρμήκων καὶ ὀρτύγων βίος πολύπονός ἐστιν.
  6. Ὦ νεανία, θαυμάζετε τὴν σπουδὴν τῶν μυρμήκων καὶ τῶν μελιττῶν.
  7. Πολλοὶ ἄνθρωποι τὰς τρίχας μακρὰς ἔχουσιν.
  8. Αἱ τῶν ἀλωπέκων τρίχες ἐρυθραί εἰσιν.
  9. Οἱ γῦπες καὶ οἱ κόρακες καὶ αἱ γλαῦκες τοὺς ὄνυχας ἰσχυροὺς ἔχουσιν.
  10. Κατὰ Ὅμηρον, τοῖς θεοῖς εὐωχία κοινὴ ἦν ποτέ παρὰ τοῖς Αἰθίοψι.

 

Vocabulary

  • γύψ – vulture
  • διώκω – to pursue; to drive or chase away
  • πέλεια – rock pigeon
  • αἴξ – she-goat
  • τράγος – billy-goat
  • θύω – to offer in sacrifice, slay, burn, immolate
  • ἵππος – horse
  • τρέφω – to make to grow, to increase, bring up, breed, rear
  • νεκρός – corpse
  • λεία – booty, plunder
  • κόραξ – crow
  • μύρμηξ – ant
  • ὄρτυξ – common quail
  • πολύπονος – laborious
  • σπουδή – haste, speed
  • μέλιττα – bee
  • θρίξ – hair
  • μακρός – long
  • ἀλώπηξ – fox
  • ἐρυθρός – red
  • γλαῦξ – owl
  • ὄνυξ – claw
  • ἰσχυρός – strong
  • κατά (A) – according to
  • εὐωχία – feast, banquet
  • κοινός – public
  • ποτέ – at some time, once, ever
  • παρά (D) – between; at, beside, by, near

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *