From an old, unidentified Greek textbook:
Ex. 8 (part 1)
- Οἱ Ἀθηναῖοι ᾠκοδόμησαν τὰ τείχη ἐς θάλασσαν.
- Γίγαντες ἦσαν μεγέθει καὶ δυνάμει σωμάτων δεινοί.
- Μέγας ἐστι ἀριθμὸς τῶν τερῶν ἐκ τοῦ θεοῦ.
- Οἱ ταῦροι τοῖς κέρασι φοβεροί εἰσιν.
- Λευκὸν θηρίον ὁ κεράστης· ἔστι δὲ όφις, καὶ ὑπὲρ τοῦ μετώπου κέρατα ἔχει δύο.
- Ἡ γεωργία ἐθίζει τοὺς ἀνθρώπους ψύχη χειμῶνος καὶ θάλπη θέρους ὑπομένειν.
- Τὰ Σοφοκλέους δράματα ὀνόμαστά ἐστι τῷ κάλλει καὶ τῇ παθῶν γλυκύτητι.
- Ἐν τοῖς τῆς Ἀσίας ὄρεσι θαυμαστόν ἐστι πλῆθος δένδρων καὶ ἀνθῶν.
- Οἱ στρατιῶται οὐκ ἀεὶ ἔχουσι τὸ γέρας τῶν πόνων.
- Ἀλέξανδρος ἐν τῇ μάχῃ ἦν ἐν τῷ ἀριστερῷ κέρᾳ.
Vocabulary
- οἰκοδομέω – to build (a house)
- τὸ τεῖχος – fortified city; fortification, castle
- ἐς (A) – to, into; next to
- τὸ μέγεθος – greatness, size
- δύναμις – power, might, strength
- δεινός – terrible, horrible, fearful, astounding
- τὸ τέρας – sign, marvel, wonder
- ἐκ (G) – from
- ταῦρος – bull
- τὸ κέρας – horn; side
- φοβερός – terrifying
- θηρίον – wild animal, beast, savage beast
- κεράστης – horned viper
- ὁ ὄφις – serpent, snake
- ὑπέρ (G) – on, above
- μέτωπον – brow, forehead
- δύο – two
- γεωργία – agriculture
- ἐθίζω – to be accustomed or become accustomed or become used to
- τὸ ψῦχος – cold
- τὸ θάλπος – warmth
- τὸ θέρος – heat; summer; harvest, crop
- ὑπομένω – to remain; to endure
- τὸ κάλλος – beauty
- τὸ πάθος – feeling
- ἡ γλυκύτης – sweetness
- τὸ ὄρος – mountain, hill
- θαυμαστός – wonderful
- τὸ πλῆθος – a large number of things, a great number
- τὸ ἄνθος – flower
- ἀεί – always, ever, forever
- τὸ γέρας – reward
- ὁ πόνος – hard work; toil
- ἀριστερός – left (side)