From an old, unidentified Greek textbook:
Ex. 2 (part 1)
- Ὦ τεχνῖτα, ἡ τέχνη τοὺς τεχνίτας τρέφει.
- Οἱ στρατιῶται τῆς νίκης ὀρέγονται.
- Φεύγετε, ὦ ναῦται, τὸν Βορρᾶν.
- Καλὴ πομπὴ τοὺς θεατὰς τέρπει.
- Ὦ δέσποτα, τοὺς κλέπτας, καὶ τοὺς ψεύστας, καὶ τοὺς προδότας φεῦγε.
- Λέγουσιν τὸν Ἑρμῆν εὑρετὴν τῆς παλαίστρας εἶναι.
- Ὦ Ἀννίβα, εἶ νικητὴς Ῥώμης.
- Τοῦ ἀδολέσχου κολακεύειν ἐστιν.
- Οἱ μὲν στρατιῶται περὶ της τῶν πολιτῶν σωτηρίας μάχονται, οἱ δ’ἀθληταὶ περὶ τῆς τῶν θεατῶν διατριβῆς.
- Ὦ νεανία, τῷ μαθητῇ μάλιστα σπουδὴ πρέπει, τῷ πολίτῃ σωφροσύνη, τοῖς στρατιώταις ἀνδρεία.
Vocabulary
- τεχνίτης – artist
- τέχνη – art
- τρέφω – to feed
- στρατιώτης – soldier
- ὀρέγω – aspire, reach, stretch, stretch out
- φεύγω – to flee
- πομπή – solemnity
- ναύτης – seaman, sailor
- θεατής – spectator
- τέρπω – to delight
- δεσπότης – master, lord, ruler
- κλέπτης – thief
- ψεύστης – liar
- προδότης – traitor
- εὑρετής – inventor
- παλαίστρα – wrestling-school, palaestra
- νικητής – winner
- ἀδολέσχης – idle talker
- κολακεύω – to be a flatterer
- περί (G) – about, concerning, because of
- πολίτης – citizen
- μάχομαι – to fight, to combat
- ἀθλητής – athlete
- διατριβή – pastime, hobby, amusement
- νεανίας – youth
- μαθητής – disciple
- μάλιστα – most, most of all, above all
- σπουδή – effort
- πρέπει – it’s convenient