Αρχαία Ελληνική Γλώσσα

2018-03-05 – Ἑλληνική

From an old, unidentified Greek textbook:

Ex. 2 (part 1)

  1. Ὦ τεχνῖτα, ἡ τέχνη τοὺς τεχνίτας τρέφει.
  2. Οἱ στρατιῶται τῆς νίκης ὀρέγονται.
  3. Φεύγετε, ὦ ναῦται, τὸν Βορρᾶν.
  4. Καλὴ πομπὴ τοὺς θεατὰς τέρπει.
  5. Ὦ δέσποτα, τοὺς κλέπτας, καὶ τοὺς ψεύστας, καὶ τοὺς προδότας φεῦγε.
  6. Λέγουσιν τὸν Ἑρμῆν εὑρετὴν τῆς παλαίστρας εἶναι.
  7. Ὦ Ἀννίβα, εἶ νικητὴς Ῥώμης.
  8. Τοῦ ἀδολέσχου κολακεύειν ἐστιν.
  9. Οἱ μὲν στρατιῶται περὶ της τῶν πολιτῶν σωτηρίας μάχονται, οἱ δ’ἀθληταὶ περὶ τῆς τῶν θεατῶν διατριβῆς.
  10. Ὦ νεανία, τῷ μαθητῇ μάλιστα σπουδὴ πρέπει, τῷ πολίτῃ σωφροσύνη, τοῖς στρατιώταις ἀνδρεία.

 

Vocabulary

  • τεχνίτης – artist
  • τέχνη – art
  • τρέφω – to feed
  • στρατιώτης – soldier
  • ὀρέγω – aspire, reach, stretch, stretch out
  • φεύγω – to flee
  • πομπή – solemnity
  • ναύτης – seaman, sailor
  • θεατής – spectator
  • τέρπω –  to delight
  • δεσπότης – master, lord, ruler
  • κλέπτης – thief
  • ψεύστης – liar
  • προδότης – traitor
  • εὑρετής – inventor
  • παλαίστρα – wrestling-school, palaestra
  • νικητής – winner
  • ἀδολέσχης – idle talker
  • κολακεύω – to be a flatterer
  • περί (G) – about, concerning, because of
  • πολίτης – citizen
  • μάχομαι – to fight, to combat
  • ἀθλητής – athlete
  • διατριβή – pastime, hobby, amusement
  • νεανίας – youth
  • μαθητής – disciple
  • μάλιστα – most, most of all, above all
  • σπουδή – effort
  • πρέπει – it’s convenient

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *