νεκρός, -ή(-ά), ό: που δε βρίσκεται πια στη ζωή, που έχει πεθάνει, που οι ζωτικές του λειτουργίες έχουν παύσει οριστικά; που δεν υφίσταται πια, που δεν μπορεί να υπάρξει ξανά; που δεν λειτουργεί πια εξαιτίας μεγάλης βλάβης.
död: som inte lever, vanligen om personer eller djur som har levat och dött, även om företeelser; som saknar egenskaper som kännetecknar liv, vanligen om personer eller djur, även om företeelser.