- έκπληξη /ˈɛkpliksi/ (f.): το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο, η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, πχ ένα απρόσμενο δώρο.
Das ist interessant…
Wann ‘als’ oder ‘wenn’ zu benutzen.

Aus: http://www.dw.com/de/die-konjunktionen-wenn-und-als/a-18776285