- σκύλος /ˈsci.lɔs/: (ζωολογία) σαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο· το θηλυκό του λέγεται σκύλα και το μικρό του σκυλάκι και κουτάβι; (ναυτική αργκό) το σκυλόψαρο ή καρχαρίας; (μεταφορικά) κακός άνθρωπος, σκληρόκαρδος; (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες.
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σκύλος | σκύλοι |
| γενική | σκύλου | σκύλων |
| αιτιατική | σκύλο | σκύλους |
| κλητική | σκύλε | σκύλοι |