Category Archives: Hellenic

μητέρα – Ελληνικά – Word of the Day – 2014-11-20

  • μητέρα /mi.ˈtɛ.ɾa/ (f.): η γυναίκα που έχει αποκτήσει παιδιά ή που έχει υιοθετήσει; συνήθης χαρακτηρισμός της πεθεράς από τον γαμπρό ή τη νύφη της; (μεταφορικά) γυναίκα ή φορέας ή ιδέα που βοηθά στη γέννηση ιδεών ή πραγμάτων ή που φροντίζει κάποιους ως μητέρα χωρίς να είναι συγγενής ή ούτε καν πρόσωπο. Also: μάνα, μαμά.

σκύλος – Ελληνικά Word of the Day – 2014-11-13

  • σκύλος /ˈsci.lɔs/: (ζωολογία) σαρκοβόρο κατοικίδιο θηλαστικό που ομοιάζει με το λύκο· το θηλυκό του λέγεται σκύλα και το μικρό του σκυλάκι και κουτάβι; (ναυτική αργκό) το σκυλόψαρο ή καρχαρίας; (μεταφορικά) κακός άνθρωπος, σκληρόκαρδος; (μεταφορικά) σκληροτράχηλος άνθρωπος που δείχνει μεγάλη αντοχή σε ταλαιπωρίες.

 

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκύλος σκύλοι
γενική σκύλου σκύλων
αιτιατική σκύλο σκύλους
κλητική σκύλε σκύλοι

κύων – Ἑλληνική Word of the Day – 2014-11-13

  • κύων /’ký.ɔ͜ɔn/: dog, bitch; offensive person.

 

Case / # Singular Dual Plural
Nominative ὁ/ἡ κύων τὼ κύνε οἱ/αἱ κύνες
Genitive τοῦ/τῆς κῠνός τοῖν κῠνοῖν τῶν κῠνῶν
Dative τῷ/τῇ κῠνῐ́ τοῖν κῠνοῖν τοῖς/ταῖς κῠσῐ́(ν) / κύνεσσι
Accusative τὸν/τὴν κύνᾰ τὼ κύνε τοὺς/τὰς κύνᾰς
Vocative κύον / κύων κύνε κύνες

πατέρας – Ελληνικά – Word of the Day – 2014-11-06

  • πατέρας /pa.ˈtɛ.ɾas/: άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά; ο θεμελιωτής μιας επιστήμης; προσφώνηση για ιερέα.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατέρας πατέρες
γενική πατέρα πατέρων
αιτιατική / κλητική πατέρα πατέρες

δάχτυλο – Ελληνικά – Word of the Day – 2014-10-30

  • δάχτυλο /ˈða.xti.lɔ/ (n.): κάθε μία από τις αρθρωτές άκρες των χεριών και των ποδιών ανθρώπων και ζώων; μονάδα μήκους, περίπου 2 εκατοστά.
    • αντίχειρας m (thumb)
    • δείκτης m (index finger)
    • μεσαίο δάχτυλο n (middle finger)
    • παράμεσος m (ring finger)
    • μικρό δαχτυλάκι n (little finger)

 

singular plural
nominative / accusative / vocative δάχτυλο δάχτυλα
genitive δαχτύλου δαχτύλων

δάκτυλος – Ἑλληνική,Word of the Day – 2014-10-30

  • δάκτυλος /ˈdak.ty.los/: finger.

 

Case / # Singular Dual Plural
Nominative δᾰ́κτῠλος δᾰκτῠ́λω δᾰ́κτῠλοι (poet.: δᾰ́κτῠλᾰ)
Genitive δᾰκτῠ́λου δᾰκτῠ́λοιν δᾰκτῠ́λων
Dative δᾰκτῠ́λῳ δᾰκτῠ́λοιν δᾰκτῠ́λοις
Accusative δᾰ́κτῠλον δᾰκτῠ́λω δᾰκτῠ́λους (poet.: δᾰ́κτῠλᾰ)
Vocative δᾰ́κτῠλε δᾰκτῠ́λω δᾰ́κτῠλοι (poet.: δᾰ́κτῠλᾰ)

δέρμα (Ελληνικά – Word of the Day 2014-10-16)

δέρμα /ˈðɛɾ.ma/(n.): το εξωτερικό στρώμα του σώματος, που προστατεύει άλλους ιστούς και όργανα από το περιβάλλον, όργανο της αφής το οποίο σε μερικά ζώα καλύπτεται από τρίχες και στα ψάρια από λέπια; το παραπάνω στρώμα που έχει αφαιρεθεί από το σώμα ζώου, είτε κατεργασμένο για ανθρώπινη χρήση είτε που προορίζεται για αυτό.

 

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική / αιτιατική / κλητική δέρμα δέρματα
γενική δέρματος δερμάτων

survive (Ελληνικά): επιβιώνω, επιζώ – Word of the Day – 2014-10-02

 

  • Η αλεπού ξέφυγε απ’ την παγίδα και κατάφερε να επιβιώσει.“The fox survived after escaping from the trap.”
  • Κανένας δεν επέζησε του αεροπορικού δυστυχήματος.“Nobody survived the plane crash.”
  • Πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο επιβιώνουν με λιγότερο από ένα δολάριο τη μέρα. “Many people around the world survive on less than a dollar per day.”
  • Οι κατσαρίδες έχουν επιβιώσει εδώ και εκατομμύρια χρόνια.“Cockroaches have survived for millions of years.”
  • Τα είδη υπό εξαφάνιση δεν αναμένεται να επιβιώσουν τον εικοστό πρώτο αιώνα.“The endangered species is not expected to last through the 21st century.”