Category Archives: Hellenic

(to) help (el): βοήθεια, βοηθώ – Word of the Day – 2014-09-25

  • βοήθεια /vɔ.ˈi.θi.a/: η ενέργεια που στοχεύει στην υποστήριξη, στην ενίσχυση, στην προστασία ή στην ανακούφιση κάποιου.
  • βοηθώ: προσφέρω βοήθεια σε κάποιον, συμβάλλω στην προσπάθειά του να καταφέρει κάτι, διευκολύνω μια ενέργειά του, του προσφέρω υποστήριξη.

curious (el): περίεργος – Word of the Day – 2014-09-18

  • περίεργος /pɛ.ˈɾi.ɛɾ.ɣɔs/, -η, -ο: που χαρακτηρίζεται από περιέργεια, από έντονο ενδιαφέρον να μάθει λεπτομέρειες σχετικές με οποιοδήποτε θέμα, συχνά και για υποθέσεις που δεν τον αφορούν· που μας κινεί την περιέργεια λόγω της ιδιαιτερότητάς του ή μας προκαλεί ανησυχία ή καχυποψία
    • περιέργεια /pε.ɾi.ˈɛɾ.ʝi.a/: η ιδιότητα του περίεργου

curious (el): περίεργος – Word of the Day – 2014-09-18

περίεργος  (adj.)

  • curious (eager to learn; inquisitive)
  • strange, peculiar, curious
Sing. plural
masc. fem. neuter masc. fem. neuter
nom. περίεργος περίεργη περίεργο περίεργοι περίεργες περίεργα
acc. περίεργο περίεργη περίεργο περίεργους περίεργες περίεργα
gen. περίεργου περίεργης περίεργου περίεργων περίεργων περίεργων

Examples:

Είμαι περίεργος. / Είμαι περίεργη. I’m curious.
Είναι πολύ περίεργος. He’s very curious.
Γιατί είσαι τόσο περίεργη; Why are you so curious?
Η ζωή είναι περίεργη. Life is strange.
Ο Τομ φοράει ένα περίεργο καπέλο σήμερα Tom is wearing a strange-looking hat today.