Indo-European verb conjugation compared

日本語 – 2019-04-16

  • 忘れる (わすれる) – forget
  • 遅れる (おくれる) – be late
  • 割れる (われる) – break
  • 始まる (はじまる) – begin
  • 難しい (むずかしい) – difficult
  • 忙しい (いそがしい) – busy
  • 明るい, 明い (あかるい) – bright, light, luminous; merry, cheerful
  • 危ない (あぶない) – dangerous, critical, perilous, serious, risky; uncertain, unreliable, insecure; limping, narrow, close
  • 素晴らしい, 素晴しい (すばらしい) – marvelous, wonderful, splendid, magnificent
  • 柔らかい (やわらかい) – soft

2018-06-30 – Ἑλληνική

From an old, unidentified Greek textbook:

Ex. 8 (part 2)

  1. Φησὶν ὁ Σόλων τὸν ὅρον τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ἑβδομήκοντα ἐτῶν εῖναι.
  2. Οἱ θεοὶ ἀπέστελλον σημεῖα καὶ τέρατα τοῖς Θηβαίοις ἡνίκα ὁ Ἀλέξανδρος ἐστρατεύετο ἐπ’αὐτούς.
  3. Οἱ ποιηταὶ διαποικίλλουσι τὰς ποιήσεις μεταφοραῖς καὶ εἴδεσι ῥητορικῆς.
  4. Τὰ ὄρη τῆς Ἑλλάδος ἡψυλά εἰσιν.
  5. Ὁ Κῦρος, ὁ τοῦ Καμβύσου υἱός, φύσει φιλάνθρωπος καὶ φιλότιμος ἦν.
  6. Ὁ Ἀναξαγόρας ἦν μαθητής τοῦ Περικλέος.
  7. Τὰ ψεῦδα οὐκ ἐλευθέρου ανθρώπου ἄξια.
  8. Τὸν Δεμοσθήνα θαυμάζομεν μεγάλῃ σοφίᾳ.
  9. Ὁ Περικλῆς υἱὸς τοῦ Ξάνθιππος ἦν.
  10. Ἐν τῷ κέπῳ τῷ ἐμῷ πολλὰ ἄνθη εἰσιν. Εἰσὶ σκιαὶ ἐν τῷ θέρει, ἄνθη ἐν τῷ ἔαρι και ὀπώραι εν τῷ μετοπώρῷ.

 

Vocabulary

  • φημί – to speak, to say
  • ὅρος – boundary, limit, frontier, landmark
  • ἀνθρώπινος – human
  • ἑβδομήκοντα – seventy
  • τὸ ἔτος – year
  • ἀποστέλλω – to send off, send away from
  • σημεῖον – a mark, sign, token; an indication
  • ἡνίκα – at the time when
  • στρατεύω – to advance with an army or fleet, to wage war; to serve in the army
  • ἐπί (A) – onto, against
  • διαποικίλλω – to decorate something with a variety of decorative elements.
  • ποίησις – poetry, poem
  • μεταφορά – transference; metaphor, trope
  • τὸ εἶδος – form, image, shape appearance, look, beauty
  • ὑψηλός – high, lofty; stately, proud
  • φύσις – nature
  • φιλότιμος – emulous, ambitious, eager for honour; rejoycing in worship; prodigal, lavish, extravagant; munificent, generous, liberal
  • ἄξιος – worthy, fit
  • ἐλεύθερος free
  • κῆπος – garden
  • σκιά – shadow
  • ὀπώρα – fruit season; fruit
  • τὸ μετόπωρον – late autumn

 

2018-06-17 – Ἑλληνική

From an old, unidentified Greek textbook:

Ex. 8 (part 1)

  1. Οἱ Ἀθηναῖοι ᾠκοδόμησαν τὰ τείχη ἐς θάλασσαν.
  2. Γίγαντες ἦσαν μεγέθει καὶ δυνάμει σωμάτων δεινοί.
  3. Μέγας ἐστι ἀριθμὸς τῶν τερῶν ἐκ τοῦ θεοῦ.
  4. Οἱ ταῦροι τοῖς κέρασι φοβεροί εἰσιν.
  5. Λευκὸν θηρίον ὁ κεράστης· ἔστι δὲ όφις, καὶ ὑπὲρ τοῦ μετώπου κέρατα ἔχει δύο.
  6. Ἡ γεωργία ἐθίζει τοὺς ἀνθρώπους ψύχη χειμῶνος καὶ θάλπη θέρους ὑπομένειν.
  7. Τὰ Σοφοκλέους δράματα ὀνόμαστά ἐστι τῷ κάλλει καὶ τῇ παθῶν γλυκύτητι.
  8. Ἐν τοῖς τῆς Ἀσίας ὄρεσι θαυμαστόν ἐστι πλῆθος δένδρων καὶ ἀνθῶν.
  9. Οἱ στρατιῶται οὐκ ἀεὶ ἔχουσι τὸ γέρας τῶν πόνων.
  10. Ἀλέξανδρος ἐν τῇ μάχῃ ἦν ἐν τῷ ἀριστερῷ κέρᾳ.

 

Vocabulary

 

Learn all the Languages!